διαλλακτικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διαλλακτικός < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική διαλλάσσω
Επίθετο [
]
διαλλακτικός
- που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών.
- Αν εμφανιζόσουν λίγο πιο διαλλακτικός, θα μπορούσε το αφεντικό να χαλάρωνε τη στάση του
Μεταφράσεις [
]
διαλλακτικός