διαλλακτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαλλακτικός < ελληνιστική κοινή < αρχαία ελληνική διαλλάσσω

Open book 01.svg Επίθετο[]

διαλλακτικός

  1. που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών.
    Αν εμφανιζόσουν λίγο πιο διαλλακτικός, θα μπορούσε το αφεντικό να χαλάρωνε τη στάση του

32πχ Μεταφράσεις[]