διαμάντι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διαμάντι διαμάντια
γενική διαμαντιού διαμαντιών
αιτιατική διαμάντι διαμάντια
κλητική διαμάντι διαμάντια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διαμάντι < ελληνιστική κοινή ἀδάμας < ἀ- στερητικό + δαμάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διαμάντι ουδέτερο

  1. ορυκτός πολύτιμος λίθος που αποτελείται από καθαρό άνθρακα σε κρυσταλλική μορφή
  2. κόσμημα από τέτοιους πολύτιμους λίθος
  3. (μεταφορικά) κάποιος που διαθέτει εξαιρετικές ιδιότητες, πχ καλοσύνη, εξυπνάδα, τιμιότητα, ικανότητα κλπ
    Ο Πέτρος είναι παιδί διαμάντι

32πχ Μεταφράσεις[]