|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
διαπραγματευτεί
|
| μετοχή (παρακείμενος) |
διαπραγματευγμένος
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
διαπραγματεύομαι |
διαπραγματεύεσαι |
διαπραγματεύεται |
διαπραγματευόμαστε |
διαπραγματεύεστε |
διαπραγματεύονται |
| παρατατικός |
διαπραγματευόμουν |
διαπραγματευόσουν |
διαπραγματευόταν |
διαπραγματευόμαστε |
διαπραγματευόσαστε |
διαπραγματεύονταν |
| αόριστος |
διαπραγματεύτηκα |
διαπραγματεύτηκες |
διαπραγματεύτηκε |
διαπραγματευτήκαμε |
διαπραγματευτήκατε |
διαπραγματεύτηκαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα διαπραγματεύομαι |
θα διαπραγματεύεσαι |
θα διαπραγματεύεται |
θα διαπραγματευόμαστε |
θα διαπραγματεύεστε |
θα διαπραγματεύονται |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα διαπραγματευτώ |
θα διαπραγματευτείς |
θα διαπραγματευτεί |
θα διαπραγματευτούμε |
θα διαπραγματευτείτε |
θα διαπραγματευτούν |
| παρακείμενος α' |
έχω διαπραγματευτεί |
έχεις διαπραγματευτεί |
έχει διαπραγματευτεί |
έχουμε διαπραγματευτεί |
έχετε διαπραγματευτεί |
έχουν διαπραγματευτεί |
| παρακείμενος β' |
είμαι διαπραγματευγμένος |
είσαι διαπραγματευγμένος |
είναι διαπραγματευγμένος |
είμαστε διαπραγματευγμένοι |
είστε διαπραγματευγμένοι |
είναι διαπραγματευγμένοι |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα διαπραγματευτεί |
είχες διαπραγματευτεί |
είχε διαπραγματευτεί |
είχαμε διαπραγματευτεί |
είχατε διαπραγματευτεί |
είχαν διαπραγματευτεί |
| υπερσυντέλικος β' |
ήμουν διαπραγματευγμένος |
ήσουν διαπραγματευγμένος |
ήταν διαπραγματευγμένος |
ήμαστε διαπραγματευγμένοι |
ήσαστε διαπραγματευγμένοι |
ήταν διαπραγματευγμένοι |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω διαπραγματευτεί |
θα έχεις διαπραγματευτεί |
θα έχει διαπραγματευτεί |
θα έχουμε διαπραγματευτεί |
θα έχετε διαπραγματευτεί |
θα έχουν διαπραγματευτεί |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα είμαι διαπραγματευγμένος |
θα είσαι διαπραγματευγμένος |
θα είναι διαπραγματευγμένος |
θα είμαστε διαπραγματευγμένοι |
θα είστε διαπραγματευγμένοι |
θα είναι διαπραγματευγμένοι |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να διαπραγματεύομαι |
να διαπραγματεύεσαι |
να διαπραγματεύεται |
να διαπραγματευόμαστε |
να διαπραγματεύεστε |
να διαπραγματεύονται |
| αόριστος |
να διαπραγματευτώ |
να διαπραγματευτείς |
να διαπραγματευτεί |
να διαπραγματευτούμε |
να διαπραγματευτείτε |
να διαπραγματευτούν |
| παρακείμενος α' |
να έχω διαπραγματευτεί |
να έχεις διαπραγματευτεί |
να έχει διαπραγματευτεί |
να έχουμε διαπραγματευτεί |
να έχετε διαπραγματευτεί |
να έχουν διαπραγματευτεί |
| παρακείμενος β' |
να είμαι διαπραγματευγμένος |
να είσαι διαπραγματευγμένος |
να είναι διαπραγματευγμένος |
να είμαστε διαπραγματευγμένοι |
να είστε διαπραγματευγμένοι |
να είναι διαπραγματευγμένοι |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
(διαπραγματεύου) |
|
|
(διαπραγματεύεστε) |
|
| αόριστος |
|
διαπραγματεύσου |
|
|
διαπραγματευτείτε |
|