διασκεδαστικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | διασκεδαστικός | διασκεδαστική | διασκεδαστικό |
| γενική | διασκεδαστικού | διασκεδαστικής | διασκεδαστικού |
| αιτιατική | διασκεδαστικό | διασκεδαστική | διασκεδαστικό |
| κλητική | διασκεδαστικέ | διασκεδαστική | διασκεδαστικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | διασκεδαστικοί | διασκεδαστικές | διασκεδαστικά |
| γενική | διασκεδαστικών | διασκεδαστικών | διασκεδαστικών |
| αιτιατική | διασκεδαστικούς | διασκεδαστικές | διασκεδαστικά |
| κλητική | διασκεδαστικοί | διασκεδαστικές | διασκεδαστικά |
Ετυμολογία [
]
- διασκεδαστικός < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ðia.scɛ.ða.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ðia.scɛ.ða.sti.ˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ðia.scɛ.ða.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο
Επίθετο [
]
διασκεδαστικός
Μεταφράσεις [
]
διασκεδαστικός
|