διασκευάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διασκευάζω < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ρήμα[]

διασκευάζω

  1. δίνω σε κάτι μια άλλη μορφή, ώστε να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες
    μια ομάδα φοιτητών ανέλαβε να διασκευάσει την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας σε θεατρικό έργο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]