διατροφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διατροφή διατροφές
γενική διατροφής διατροφών
αιτιατική διατροφή διατροφές
κλητική διατροφή διατροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διατροφή < αρχαία ελληνική διατροφή < διατρέφω < διά + τρέφω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διατροφή θηλυκό

  1. η ενέργεια του να διατρέφεις κάποιο άνθρωπο ή ζώο
    ο ιπποκόμος ασχολείται και με την διατροφή των αλόγων
  2. το σύνολο ή ο συνδυασμός των τροφών που λαμβάνει κάποιος σε σταθερή βάση
    μεσογειακή διατροφή
  3. χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε μηνιαία βάση από τον ένα σύζυγο στον άλλο για την κάλυψη μέρους των εξόδων του καθώς και των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]