διδάσκω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διδάσκω < αρχαία ελληνική διδάσκω μαθαίνω σε κάποιον κάτι,μορφώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈða.skɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διδάσκω, ενεργητική μετοχή διδάσκων, παθητική φωνή διδάσκομαι

  1. μεταδίδω με συστηματικό τρόπο τη γνώση που έχω για ένα αντικείμενο σε κάποιον άλλον
  2. εργάζομαι ως δάσκαλος ή καθηγητής
    ο Γιώργος διδάσκει στο Αρσάκειο
  3. μεταφέρω στους ακροατές μου μια ηθική διδασκαλία, ένα μήνυμα
    ο Χριστός δίδασκε την αγάπη
    ο μύθος αυτός μας διδάσκει την αξία της αληθινής φιλίας
  4. (θέατρο) σκηνοθετώ

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διδάσκω < δάω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *deḱ- (παίρνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]