διεπαφή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- διεπαφή < διά + επαφή
Ουσιαστικό [
]
διεπαφή θηλυκό
- {πληροφορική, τηλεπικοινωνίες) κοινό σύνορο επικοινωνίας μεταξύ δύο λειτουργικών μονάδων που διαθέτει καθορισμένα χαρακτηριστικά σχετικά με τη λειτουργία των λειτουργικών μονάδων και τη μεταξύ τους επικοινωνία
-
- Διάφορα είδη διεπαφής: διεπαφή πρόσβασης, αναλογική διεπαφή, ραδιοδιεπαφή, διεπαφή προγράμματος εφαρμογής, διεπαφή ανθρώπου-μηχανής.
Σημειώσεις [
]
- Τα «χαρακτηριστικά» που αναφέρονται στον ορισμό μπορούν να αφορούν λειτουργίες, φυσικές διασυνδέσεις, ανταλλαγές σημάτων κ.ά.
- Στα θεματικά πεδία πληροφορική και τηλεπικοινωνίες, όπου χρησιμοποιείται ο όρος, «λειτουργική μονάδα» θεωρείται οντότητα αποτελούμενη από υλισμικό και/ή λογισμικό και, κατ' επέκταση, μπορεί να θεωρηθεί και ο άνθρωπος χρήστης.
[
]
- διεπαφικός
- διεφάπτομαι
- διεφαπτόμενος
- διέφαψη