διερμηνέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διερμηνέας διερμηνείς
γενική διερμηνέα
& διερμηνέως
διερμηνέων
αιτιατική διερμηνέα διερμηνείς
κλητική διερμηνέα διερμηνείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διερμηνέας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διερμηνέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. επαγγελματίας μεταφραστής για προφορική επικοινωνία

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]