διευθυντής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | διευθυντής | διευθυντές | |
| γενική | διευθυντή | διευθυντών | |
| αιτιατική | διευθυντή | διευθυντές | |
| κλητική | διευθυντή | διευθυντές | |
| Η κλητική και διευθυντά (λόγιο) | |||
Ετυμολογία [
]
- διευθυντής < ελληνιστική κοινή διευθυντής (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) directeur)
Ουσιαστικό [
]
διευθυντής αρσενικό (θηλυκό: διευθύντρια)
- ο επικεφαλής μιας υπηρεσία, αυτός που την διευθύνει
- Κύριε Διευθυντά, ήλθα να υποβληθώ εις την θεραπείαν σας. (Ιωάννης Κονδυλάκης, Ο μαύρος γάτος)
- Κυρ-διευθυντά των δίσκων / έχω ένα νταλκά βαρύ. (τραγούδι Κυρ-διευθυντά των δίσκων, σε μουσική του Νίκου Παπάζολου και στίχους Μανώλη Ρασούλη)
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ | διευθυντής | τώ | διευθυντά | οἱ | διευθυνταί |
| Γενική | τοῦ | διευθυντοῦ | τοῖν | διευθυνταῖν | τῶν | διευθυντῶν |
| Δοτική | τῷ | διευθυντῇ | τοῖν | διευθυνταῖν | τοῖς | διευθυνταῖς |
| Αιτιατική | τόν | διευθυντήν | τώ | διευθυντά | τούς | διευθυντάς |
| Κλητική | (ὦ) | διευθυντά | (ὦ) | διευθυντά | (ὦ) | διευθυνταί |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
διευθυντής αρσενικό (ελληνιστική κοινή )