δικομανής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός
ονομαστική δικομανής δικομανής δικομανές
γενική δικομανούς δικομανούς δικομανούς
αιτιατική δικομανή δικομανή δικομανές
κλητική δικομανή(ς) δικομανής δικομανές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δικομανείς δικομανείς δικομανή
γενική δικομανών δικομανών δικομανών
αιτιατική δικομανείς δικομανείς δικομανή
κλητική δικομανείς δικομανείς δικομανή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δικομανής < → Η ετυμολογία λείπει.


Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δικομανής αρσενικό

  • Αυτός που έχει μανία να συμμετέχει σε δίκες, συνήθως ως μηνυτής

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]