διμήνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- διμήνι < δίμηνος.
[
]
Ουσιαστικό
διμήνι ουδέτερο
- Είδος σιταριού που ωριμάζει και θερίζεται δύο μήνες μετά τη σπορά του.
- Το διμήνι το σπέρνουν την άνοιξη.
[
]
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
διμήνι