διορατικότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διορατικότητα διορατικότητες
γενική διορατικότητας διορατικοτήτων
αιτιατική διορατικότητα διορατικότητες
κλητική διορατικότητα διορατικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διορατικότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

διορατικότητα θηλυκό

  1. η ικανότητα να προβλέπει κανείς την έκβαση των πραγμάτων, να αντιλαμβάνεται από το παρόν τι θα συμβεί στο μέλλον


32πχ Μεταφράσεις[]