διχόνοια
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διχόνοια | διχόνοιες |
| γενική | διχόνοιας | διχονοιών |
| αιτιατική | διχόνοια | διχόνοιες |
| κλητική | διχόνοια | διχόνοιες |
αρχ. διχο- (διχα, "σε δυο μερη, χωριστα" δις)+ -νοια, νους.
Ουσιαστικό [
]
διχόνοια θηλυκό