διψασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διψασμένος < παθητική μετοχή του διψώ

Open book 01.svg Μετοχή[]

διψασμένος -η -ο

  1. που διψάει, που έχει μεγάλη επιθυμία να πιει νερό
  2. (μεταφορικά) που επιθυμεί πολύ κάτι
    διψασμένος για δόξα

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]