διόδια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση πληθυντικός
ονομαστική διόδια
γενική διοδίων
αιτιατική διόδια
κλητική διόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

διόδια < δίοδος < διά + οδός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ði.ˈɔ.ði.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

διόδια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων
    τα διόδια της εθνικής οδού έχουν αυξηθεί σημαντικά
  2. ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του
    η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου

32πχ Μεταφράσεις []