διόδια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | πληθυντικός |
|---|---|
| ονομαστική | διόδια |
| γενική | διοδίων |
| αιτιατική | διόδια |
| κλητική | διόδια |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ði.ˈɔ.ði.a/
Ουσιαστικό [
]
διόδια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό
- το κόστος χρήσης αυτοκινητοδρόμων
- τα διόδια της εθνικής οδού έχουν αυξηθεί σημαντικά
- ο σταθμός όπου πρέπει ο οδηγός να σταματήσει και να πληρώσει για να συνεχίσει την πορεία του
- η τροχαία είχε κάνει μπλόκο στα διόδια της Κορίνθου