δοκέω
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- δοκέω-δοκῶ < από τη ρίζα -δοκ που προήλθε από μετάπτωση από τη ρίζα -δεκ < από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα -dek̑
|
|
|
|---|---|
| Ενεστώτας | δοκέω-ῶ |
| Παρατατικός | ἐδόκουν |
| Μέλλοντας | δόξω και δοκήσω |
| Αόριστος | ἔδοξα και ἐδόκησα |
| Παρακείμενος | δεδόκηκα |
| Υπερσυντέλικος | (ἐδεδόχεσαν) |
Ρήμα [
]
δοκέω-δοκῶ
- πιστεύω, νομίζω, θεωρώ, φαντάζομαι, υποθέτω, αποφασίζω
- το απρόσωπο δοκεῖ με δοτική προσωπική ή με απαρέμφατο, σημαίνει κρίνω ότι, φαίνεται ότι, φαίνεται καλό, αποφασίζω να
- ἔδοξεν Ἀργείοισιν (αποφάσισαν, τους φάνηκε καλό να..)
- ἔδοξε τῇ βουλῇ και ἔδοξε τῷ δήμῳ (η βουλή ή ο δήμος αποφάσισαν να...)
- η κοινή γνώμη, η εδραιωμένη άποψη του κόσμου
- τὰ δοκοῦντα
Εκφράσεις [
]
- ἐνεργεῖ κατά το δοκοῦν (απαρέμφατο του απρόσωπου ρήματος δοκεί): κάνει ό,τι νομίζει, ενεργεί αθαίρετα
- δοκεῖ μοι... (μου φαίνεται ότι...)
|
|
|
|---|---|
| Ενεστώτας | δοκεῖ |
| Παρατατικός | ἐδόκει |
| Μέλλοντας | δόξει |
| Αόριστος β' | ἔδοξε |
| Παρακείμενος | δέδοκται |
| Υπερσυντέλικος | ἐδέδοκτο |
Συνώνυμα [
]
- φρονῶ
[
]
- δόξα
- δόκιμος
- δέχομαι
- δοχείο και δοχεῖον
- ο δόκος (στα αρχ. ελλ. η υποψία και η υποκειμενικότητα)
- δεξιός
Σύνθετα [
]
Δείτε επίσης = [
]
- δοκώ (νεοελληνικό)