δοκιμή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δοκιμή < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
δοκιμή θηλυκό
- απόπειρα, προσπάθεια
- έλεγχος της καλής λειτουργίας ενός συστήματος
- (για ρούχα ή παράσταση) πρόβα, προβάρισμα
- δοκίμιο
- οι "Δοκιμές" του Γ. Σεφέρη