δοκιμασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
| γενική | δοκιμασίας | δοκιμασιών |
| αιτιατική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
| κλητική | δοκιμασία | δοκιμασίες |
[
]
Ετυμολογία
- δοκιμασία < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
δοκιμασία θηλυκό
- η δοκιμή
- δύσκολη κατάσταση που αντιμετωπίζει κάποιος και τον αναγκάζει να δοκιμάσει τις αντοχές του· ταλαιπωρία