δολάριο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δολάριο | δολάρια |
| Γενική | δολαρίου | δολαρίων |
| Αιτιατική | δολάριο | δολάρια |
| Κλητική | δολάριο | δολάρια |
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðɔ.ˈla.ɾi.ɔ/
Ουσιαστικό
δολάριο ουδέτερο και δολλάριο
Δείτε επίσης
- δολάριο στη Βικιπαίδεια
