δολιοφθορά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δολιοφθορά | δολιοφθορές |
| γενική | δολιοφθοράς | δολιοφθορών |
| αιτιατική | δολιοφθορά | δολιοφθορές |
| κλητική | δολιοφθορά | δολιοφθορές |
[
]
Ετυμολογία
- δολιοφθορά < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
δολιοφθορά θηλυκό