δοξάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δοξάρι | δοξάρια |
| γενική | δοξαριού | δοξαριών |
| αιτιατική | δοξάρι | δοξάρια |
| κλητική | δοξάρι | δοξάρια |
[
]
Ετυμολογία
- δοξάρι < μεσαιωνική ελληνική δοξάριον < τοξάριον < αρχαία ελληνική τόξον
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðɔ.ˈksa.ɾi/
[
]
Ουσιαστικό
δοξάρι ουδέτερο
- επίμηκες ξύλο σε σχήμα ράβδου ευθείας ή καμπυλωτής, ειδικά κατασκευασμένο ώστε να κρατάει τεντωμένες τρίχες από ουρά αρσενικού αλόγου· όταν σύρονται οι τρίχες στις χορδές βιολιού, λύρας και άλλων έγχορδων, παράγεται από τα μουσικά αυτά όργανα ήχος που διαρκεί