δοσοληψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοσοληψία δοσοληψίες
γενική δοσοληψίας δοσοληψιών
αιτιατική δοσοληψία δοσοληψίες
κλητική δοσοληψία δοσοληψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δοσοληψία < μεταγενέστερη ελληνική < δοσο- (αρχαία ελληνική δόσις) + -ληψία (< αρχαία ελληνική λῆψις)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɔ.sɔ.li.ˈpsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δοσοληψία θηλυκό

  1. η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αλισβερίσι, νταραβέρι, πάρε δώσε, συναλλαγή
  2. πληθυντικός: οι αμοιβαίες σχέσεις κι επαφές· λέγεται, κυρίως, με αρνητική σημασία
    είχε δοσοληψίες με αναρχικές ομάδες

32πχ Μεταφράσεις[]