δοσοληψία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
| γενική | δοσοληψίας | δοσοληψιών |
| αιτιατική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
| κλητική | δοσοληψία | δοσοληψίες |
[
]
Ετυμολογία
- δοσοληψία < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής < δοσο- (αρχαία ελληνική δόσις) + -ληψία (< αρχαία ελληνική λῆψις)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ðɔ.sɔ.li.ˈpsi.a/
[
]
Ουσιαστικό
δοσοληψία θηλυκό
- η ανταλλαγή προϊόντος και χρημάτων
- πληθυντικός: οι αμοιβαίες σχέσεις κι επαφές· λέγεται, κυρίως, με αρνητική σημασία
- είχε δοσοληψίες με αναρχικές ομάδες
[
]
Μεταφράσεις
δοσοληψία