δουλεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλεύω < ελληνιστική κοινή δουλεύω < αρχαία ελληνική δουλεύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δουλεύω (παθητική φωνή: δουλεύομαι)

  1. κάνω μια χειρωνακτική ή πνευματική δουλειά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: εργάζομαι
  2. λειτουργώ
    Το ρολόι/μηχάνημα σταμάτησε να δουλεύει
  3. πειράζω κάποιον, τον ξεγελώ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: κοροϊδεύω, εξαπατώ
    Με χαμόγελο με κέφι / πώς με καταφέρνεις και γελάς, / μπράβο σου πώς με δουλεύεις / κι όλο φίνα την περνάς. (Βασίλης Τσιτσάνης, Μπράβο σου πώς με δουλεύεις)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Δούλευε να φας και κλέψε να 'χεις:
  • Κοιμάται κι η τύχη του δουλεύει:

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλεύω < δοῦλος + -εύω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δουλεύω

  1. είμαι δούλος, υπήκοος
  2. υπηρετώ, εξυπηρετώ
  3. υπακούω
  4. υποτάσσομαι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]