δουλικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική δουλικός δουλική δουλικό
γενική δουλικού δουλικής δουλικού
αιτιατική δουλικό δουλική δουλικό
κλητική δουλικέ δουλική δουλικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δουλικοί δουλικές δουλικά
γενική δουλικών δουλικών δουλικών
αιτιατική δουλικούς δουλικές δουλικά
κλητική δουλικοί δουλικές δουλικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δουλικός < αρχαία ελληνική < δοῦλος + -ικός

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ðu.li.ˈkɔs/

[] Open book 01.svg Επίθετο

δουλικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ή ανήκει σε έναν δούλο
  2. που ταιριάζει σε ένα δούλο και όχι σε άνθρωπο με ελεύθερο φρόνημα
    δουλική υποταγή
    δουλική συμπεριφορά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: δουλοπρεπής
  3. που χαρακτηρίζεται από στείρα μίμηση και υποταγή σε καθιερωμένα πρότυπα
    ο δημιουργικός καλλιτέχνης αρνείται τη δουλική μίμηση προτύπων του παρελθόντος

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες