δούκας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δούκας | δούκες |
| γενική | δούκα | δούκων |
| αιτιατική | δούκα | δούκες |
| κλητική | δούκα | δούκες |
Ετυμολογία [
]
- δούκας < μεσαιωνική ελληνική δούκας < μεταγενέστερη ελληνική δούξ < λατινική dux (στρατιωτικός διοικητής) < duco (διοικώ)
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
δούκας αρσενικό
- τίτλος ευγενείας της δυτικής Ευρώπης
- παλαιότερο αξίωμα
- (Βυζάντιο) στρατιωτικός διοικητής θέματος
- (βενετοκρατία) γενικός διοικητής
- (μεσαιωνική Ευρώπη) ηγεμόνας μικρού κράτους που ήταν ανεξάρτητο