δράμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- από την αρχαία ελληνική λέξη δρᾶμα < δρῶ
Προφορά
Ουσιαστικό
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δράμα | δράματα |
| Γενική | δράματος | δραμάτων |
| Αιτιατική | δράμα | δράματα |
| Κλητική | δράμα | δράματα |
δράμα ουδέτερο
- ποιητικό είδος της αρχαίας ελληνικής γραμμματείας που περιλαμβάνει την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα
- παραστάσεις αρχαίου δράματος
- θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο με έντονα πάθη και συγκρούσεις
- η δυστυχία, τα πάθη ενός ανθρώπου ή ενός συνόλου
- ζει το προσωπικό του δράμα
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
- δράμα στη Βικιπαίδεια
