δραστηριότητες
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
δραστηριότητες θηλυκό
- δραστηριότητα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού