δρόμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δρόμος | δρόμοι |
| Γενική | δρόμου | δρόμων |
| Αιτιατική | δρόμο | δρόμους |
| Κλητική | δρόμε | δρόμοι |
Ετυμολογία
- δρόμος < αρχαία ελληνική δρόμος
Προφορά
Ουσιαστικό
δρόμος αρσενικό
- λωρίδα εδάφους που εξυπηρετεί τη συγκοινωνία δυο γεωγραφικών σημείων
- η οδός όπου βρίσκεται κάποιο κτίριο
- η απόσταση μεταξύ δύο σημείων
- η διαδρομή μεταξύ δύο σημείων
- (αθλητισμός) ο αγώνας τρεξίματος
- τρόπος ζωής
- ο δρόμος της κακίας
- η πορεία στη ζωή, σε συνδυασμό με τις εμπειρίες που αποκτά κάποιος
- όλα όσα πρέπει να κάνει κάποιος για να επιτύχει κάτι
- η διέξοδος
- (μεταφορικά) η επιλογή, η λύση
- ο προσανατολισμός
- (συνεκδοχικά) το δρομολόγιο
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Μεταφράσεις
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δρόμος | δρόμω | δρόμοι |
| Γενική | δρόμου | δρόμοιν | δρόμων |
| Δοτική | δρόμῳ | δρόμοιν | δρόμοις |
| Αιτιατική | δρόμον | δρόμω | δρόμους |
| Κλητική | δρόμε | δρόμω | δρόμοι |
Ετυμολογία
- δρόμος < θέμα δραμ- του ρήματος τρέχω
Ουσιαστικό
δρόμος αρσενικό
- δρόμος, οδός
- ... κατὰ τὰς ἐπὶ τὸ σταύρωμα πύλας καὶ τὰς πρώτας τοῦ μακροῦ τείχους τότε ὄντος ἐξελθὼν ἔθει δρόμῳ τὴν ὁδὸν ταύτην εὐθεῖαν... (Θουκυδίδης, Ιστοριών Ε΄)