δυνατότητα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δυνατότητα | δυνατότητες |
| γενική | δυνατότητας | δυνατοτήτων |
| αιτιατική | δυνατότητα | δυνατότητες |
| κλητική | δυνατότητα | δυνατότητες |
Ετυμολογία [
]
- δυνατότητα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
δυνατότητα θηλυκό
- η κατάσταση κατά την οποία ένα πράγμα είναι δυνατόν ή πιθανόν να συμβεί
- οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον
- οικονομική δυνατότητα
Εκφράσεις [
]
- υπάρχει η δυνατότητα: είναι δυνατόν, είναι μπορετό
- έχω τη δυνατότητα να ...: μπορώ να ...
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
δυνατότητα