δυνατότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυνατότητα δυνατότητες
γενική δυνατότητας δυνατοτήτων
αιτιατική δυνατότητα δυνατότητες
κλητική δυνατότητα δυνατότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δυνατότητα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δυνατότητα θηλυκό

  1. η κατάσταση κατά την οποία ένα πράγμα είναι δυνατόν ή πιθανόν να συμβεί
  2. οι δυνάμεις, τα μέσα και οι ικανότητες που διαθέτει κάποιος ή προσφέρονται σε κάποιον
    οικονομική δυνατότητα

Εκφράσεις[]

  • υπάρχει η δυνατότητα: είναι δυνατόν, είναι μπορετό
  • έχω τη δυνατότητα να ...: μπορώ να ...

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]