δυσλειτουργία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | δυσλειτουργία | δυσλειτουργίες |
| γενική | δυσλειτουργίας | δυσλειτουργιών |
| αιτιατική | δυσλειτουργία | δυσλειτουργίες |
| κλητική | δυσλειτουργία | δυσλειτουργίες |
Ετυμολογία [
]
- δυσλειτουργία < δυσ- + λειτουργία
Ουσιαστικό [
]
δυσλειτουργία θηλυκό
- η κακή λειτουργία (μηχανήματος, συστήματος, οργάνου, θεσμού κλπ)
[
]
Μεταφράσεις [
]
δυσλειτουργία