δυσλειτουργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυσλειτουργία δυσλειτουργίες
γενική δυσλειτουργίας δυσλειτουργιών
αιτιατική δυσλειτουργία δυσλειτουργίες
κλητική δυσλειτουργία δυσλειτουργίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δυσλειτουργία < δυσ- + λειτουργία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δυσλειτουργία θηλυκό

  1. η κακή λειτουργία (μηχανήματος, συστήματος, οργάνου, θεσμού κλπ)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]