δυσφήμηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δυσφήμηση < δυσφημώ
Ουσιαστικό [
]
δυσφήμηση θηλυκό και δυσφήμιση
- συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου
- ενέργεια η οποία με την κακή εκτέλεσή της προσβάλλει τη δημόσια εικόνα ενός πράγματος
- ο χτεσινός αγώνας μόνο δυσφήμηση για το ποδόσφαιρο μπορεί να χαρακτηριστεί
[
]
Αντώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
δυσφήμηση