δυφίο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυφίο | δυφία |
| Γενική | δυφίου | δυφίων |
| Αιτιατική | δυφίο | δυφία |
| Κλητική | δυφίο | δυφία |
Ετυμολογία
- συντομευμένη μορφή του σύμπλοκου όρου «δυαδικό ψηφίο» που παράγεται με σύμμειξη των δύο συνθετικών του: δυ(αδικό) + (ψη)φίο = δυφίο (είναι σύμμειγμα) < απόδοση στα ελληνικά του αγγλικού bit
Ουσιαστικό
δυφίο ουδέτερο
- (νεολογισμός) (πληροφορική) ένα από τα ψηφία 0 ή 1 του δυαδικού συστήματος αρίθμησης (ΕΛΟΤ 996.01)
Συνώνυμα
Συγγενικές λέξεις
- δυφιακός
- δυφιακά
- δυφιηδόν
- δυφιοαπεικόνιση
- δυφιοαυλός
- δυφιοδιαφάνεια
- δυφιοδιαφανής
- δυφιοθέση
- δυφιοκλοπή
- δυφιονιάδα
- δυφιοοκτάδα
- δυφιοπαράλληλος
- δυφιοπλειάδα
- δυφιόρρευμα
- δυφιορρευματικός
- δυφιορρυθμός
- δυφιοσειρά
- δυφιοσειριακός
- δυφιoστρεφής
- δυφιοστρέφεια
- δυφιοσυλλαβή
- δυφιορρυθμός
- επταδυφιακός
- επταδύφιος
- ν-δυφιακός
- ν-δύφιος
- οκταδυφιακός
- οκταδύφιος
Μεταφράσεις
|