δυόσμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυόσμος δυόσμοι
γενική δυόσμου δυόσμων
αιτιατική δυόσμο δυόσμους
κλητική δυόσμε δυόσμοι
άνθη του δυόσμου

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυόσμος < αρχαία ελληνική ἡδύοσμος < ἡδύς + ὀσμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυόσμος αρσενικό

  1. (βοτανική) η πράσινη μέντα, ποώδες φυτό (επιστημονική ονομασία: Mentha viridis) με οδοντωτά αρωματικά φύλλα, το οποίο χρησιμοποιείται στη μαγειρική

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]