δωρεά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δωρεά | δωρεές |
| Γενική | δωρεάς | δωρεών |
| Αιτιατική | δωρεά | δωρεές |
| Κλητική | δωρεά | δωρεές |
Ετυμολογία
- δωρεά < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
δωρεά θηλυκό (πληθυντικός : δωρεές)
- παραχώρηση αντικειμένων ή χρημάτων χωρίς αντάλλαγμα
Παράδειγμα
- Ο οργανισμός δέχτηκε μια γενναιόδωρη δωρεά απο τον κ.Παπαδόπουλο.