δωροδοκία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δωροδοκία δωροδοκίες
γενική δωροδοκίας δωροδοκιών
αιτιατική δωροδοκία δωροδοκίες
κλητική δωροδοκία δωροδοκίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

δωροδοκία < από το δωροδοκώ, δέχομαι δώρο.

Η σημασία του άλλαξε σε δίνω δώρο.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

δωροδοκία θηλυκό (πληθυντικός δωροδοκίες)

  • το να δίνεις παρανόμως χρήματα ή άλλο σε κάποιον αξιωματούχο ή υπάλληλο για να σου κάνει κάποια χάρη παραβαίνοντας τους νόμους ή τους κανονισμούς της υπηρεσίας του

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

εξαγορά, λάδωμα

[] Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης

φακελάκι, μπαξίσι

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες