δωροδοκία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δωροδοκία δωροδοκίες
γενική δωροδοκίας δωροδοκιών
αιτιατική δωροδοκία δωροδοκίες
κλητική δωροδοκία δωροδοκίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δωροδοκία < ελληνιστική κοινή δωροδοκία (=λήψη δώρου). Η σημασία του άλλαξε σε δίνω δώρο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δωροδοκία θηλυκό (πληθυντικός δωροδοκίες)

  • το να δίνεις παρανόμως χρήματα ή άλλο σε κάποιον αξιωματούχο ή υπάλληλο για να σου κάνει κάποια χάρη παραβαίνοντας τους νόμους ή τους κανονισμούς της υπηρεσίας του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

εξαγορά, λάδωμα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

φακελάκι, μπαξίσι

32πχ Μεταφράσεις[]