δόγμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόγμα δόγματα
γενική δόγματος δογμάτων
αιτιατική δόγμα δόγματα
κλητική δόγμα δόγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόγμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόγμα ουδέτερο

  1. μια θεμελιώδη αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
  2. το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο
  3. η θεμελιώδη καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης.
  4. στον εκκλησιαστικό χώρο, η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών


32πχ Μεταφράσεις[]