δόγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- δόγμα < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
δόγμα ουδέτερο
- μια θεμελιώδη αρχή ενός φιλοσοφικού ή θρησκευτικού συστήματος
- το σύνολο των δοξασιών μιας θρησκευτικής πίστης, το οποίο οι οπαδοί της αποδέχονται ως αληθινό και αναμφισβήτητο
- η θεμελιώδη καταστατική αρχή ενός πολιτικού κόμματος ή παράταξης.
- στον εκκλησιαστικό χώρο, η απόφαση που λαμβάνεται σε θέματα πίστης και η οποία γίνεται γενικά παραδεκτή από το σύνολο των πιστών