δόρυ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δόρυ < αρχαία ελληνική δόρυ
[
]
Ουσιαστικό
δόρυ ουδέτερο
- πολεμικό όπλο της αρχαιότητας και του μεσαίωνα που αποτελείται από μακριά ξύλινη λαβή και μεταλλική αιχμή
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- δόρυ < ομόρριζο με το δρῦς
[
]
Ουσιαστικό
δόρυ ουδέτερο, γεν. δόρατος και δορός, δοτ. δόρατι και δορί