δύσκολος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσκολος | δύσκολη | δύσκολο |
| Γενική | δύσκολου | δύσκολης | δύσκολου |
| Αιτιατική | δύσκολο | δύσκολη | δύσκολο |
| Κλητική | δύσκολε | δύσκολη | δύσκολο |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | δύσκολοι | δύσκολες | δύσκολα |
| Γενική | δύσκολων | δύσκολων | δύσκολων |
| Αιτιατική | δύσκολους | δύσκολες | δύσκολα |
| Κλητική | δύσκολοι | δύσκολες | δύσκολα |
Ετυμολογία
- δύσκολος < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.lɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.li/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ˈði.skɔ.lɔ/ ουδέτερο
Επίθετο
δύσκολος, -η, -ο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)