είδηση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | είδηση | ειδήσεις |
| γενική | είδησης | ειδήσεων |
| ειδήσεως | ||
| αιτιατική | είδηση | ειδήσεις |
| κλητική | είδηση | ειδήσεις |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
είδηση θηλυκό
- η πληροφορία για κάποιο γεγονός
- (συνεκδοχικά) το ίδιο το γεγονός για το οποίο υπάρχει πληροφορία
- (πληθυντικός) το σύνολο των γεγονότων όπως ανακοινώνονται από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες
[
] Εκφράσεις
- βγάζω είδηση : εκμαιεύω μια σημαντική πληροφορία
- πρακτορείο ειδήσεων : ο δημοσιογραφικός οργανισμός που συγκεντρώνει και καταγράφει ειδήσεις από όλο τον πλανήτη και τις διανέμει σε ραδιοφωνικούς - τηλεοπτικούς σταθμούς και εφημερίδες, χωρίς ο ίδιος να τις δημοσιεύει
- δελτίο ειδήσεων: ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή με τα νέα της ημέρας