είμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- είμαι < αρχαία ελληνική εἰμί
Προφορά
Ρήμα
είμαι
- έχω μια μόνιμη ή προσωρινή ιδιότητα
- είμαι φιλόλογος / δικηγόρος / φίλος / σύζυγος
- είναι ερωτευμένη / θλιμμένη / αυταρχικός / νέοι
- εδώ είναι τράπεζα
- βρίσκομαι (σε μια κατάσταση)
- είμαστε σε πλεονεκτική θέση
- βρίσκομαι (τοπικά)
- θα μου εξηγήσεις πού είστε;
- (μεταφορικά) εντοπίζομαι
- φαίνεται ότι στη Μαρία είναι η αδυναμία της
- υπάρχω
- Είναι κανείς εδώ;
- κατάγομαι από κάποιον
- το παιδί είναι του Κώστα
- έχω σχέση με κάποιον
- η κοπέλα ήταν του Γιώργου
- ανήκω σε κάποιον
- αυτό το κτίριο είναι του δήμου
- προορίζομαι, πρόκειται να κάνω κάτι
- φέτος ήταν να δώσει την εργασία, αλλά δεν τα κατάφερε
- αξίζω, είμαι ικανός, ταιριάζω σε κάτι
- δεν είμαι για ψυχολογικές πιέσεις
- εμείς είμαστε η μία για την άλλη
- (γραμματική) με μετοχή παθητικού παρακειμένου, χρησιμοποιείται ως βοηθητικό ρήμα αντί του έχω για το σχηματισμό περιφραστικών τύπων, για να εκφράσει μεγαλύτερη διάρκεια
- είμαι κλειδωμένος
Εκφράσεις
- είμαι για να είμαι: είμαι έτοιμος // (ειρωνικά) έχω καταντήσει
- είμαι της γνώμης: νομίζω, θεωρώ
- είμαι (μέσα): συμφωνώ, προτίθεμαι, ακολουθώ
- - Λέμε να πάμε για κανένα ουζάκι. Είσαι μέσα; - Και βέβαια είμαι!
Μεταφράσεις
είμαι