εθισμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εθίζω
[
]
Μετοχή
εθισμένος -η -ο
- που έχει υποστεί εθισμό σε κάποια ουσία ή κάποια κατάσταση