εθνικισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εθνικισμός | εθνικισμοί |
| γενική | εθνικισμού | εθνικισμών |
| αιτιατική | εθνικισμό | εθνικισμούς |
| κλητική | εθνικισμέ | εθνικισμοί |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
εθνικισμός αρσενικό
- μια εθνοπολιτική ιδεολογία με κέντρο την ιδέα του έθνος που οδηγεί στην επιδίωξη συγκρότησης ανεξάρτητου κράτους
- (αρνητικά) η υπερτίμηση του έθνους που οδηγεί σε εχθρότητα απέναντι σε άλλα έθνη
- η απόλυτη και με πάθος προσήλωση των ατόμων στο έθνος τους. η άποψη που ενθαρρύνει την έκφραση και την καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης· η αφοσίωση των ατόμων στο έθνος στο οποίο ανήκουν, χωρίς όμως καμία διάθεση υποτίμησης ή περιφρόνησης άλλου έθνους
[
]
- εθνικιστής - εθνικίστρια
- εθνικιστικός
- Υπερπατριωτισμός
[
]
Μεταφράσεις
εθνικισμός
|
|