εθνοκεντρισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εθνοκεντρισμός | εθνοκεντρισμοί |
| γενική | εθνοκεντρισμού | εθνοκεντρισμών |
| αιτιατική | εθνοκεντρισμό | εθνοκεντρισμούς |
| κλητική | εθνοκεντρισμέ | εθνοκεντρισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- εθνοκεντρισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εθνοκεντρισμός αρσενικό
- κοσμοθεώρηση που θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντός της την έννοια του έθνους, που υποδηλώνει την άποψη πως κάποιος πολιτισμός ή κοινωνία ή ομάδα είναι εγγενώς ανώτερος από όλους τους άλλους.
[
]
[
]
Μεταφράσεις
εθνοκεντρισμός
|
|