ειδικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ειδικός | ειδική | ειδικό |
| γενική | ειδικού | ειδικής | ειδικού |
| αιτιατική | ειδικό | ειδική | ειδικό |
| κλητική | ειδικέ | ειδική | ειδικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ειδικοί | ειδικές | ειδικά |
| γενική | ειδικών | ειδικών | ειδικών |
| αιτιατική | ειδικούς | ειδικές | ειδικά |
| κλητική | ειδικοί | ειδικές | ειδικά |
Ετυμολογία [
]
- ειδικός < αρχαία ελληνική εἰδικός
Επίθετο [
]
ειδικός, -ή, -ό
- που αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, πράγμα ή είδος
- που έχει εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη εμπειρία σε έναν τομέα, που τον κατέχει σε βάθος
- ειδικοί επιστήμονες εξετάζουν τη βλάβη του αντιδραστήρα
- και ως ουσιαστικό
- θα ασχοληθούν με το θέμα οι ειδικοί
- (γραμματική) ειδικοί σύνδεσμοι: οι σύνδεσμοι ότι και πως οι οποίοι εισάγουν δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις που συμπληρώνουν το νόημα ρημάτων λεκτικών, γνωστικών, αισθήσεως, γνώμης, φόβου κλπ
- ειδικές προτάσεις: οι προτάσεις που εισάγονται με αυτούς τους συνδέσμους
- ειδικό απαρέμφατο: το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής που μεταφράζεται στα νέα ελληνικά με ειδική πρόταση
[
]
[
]
Μεταφράσεις [
]
ειδικός