ειδωλολατρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ειδωλολατρία -
γενική ειδωλολατρίας -
αιτιατική ειδωλολατρία -
κλητική ειδωλολατρία -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ειδωλολατρία < ελληνιστική κοινή εἰδωλολατρία< εἰδωλολάτρης < εἴδωλον + λάτρης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ðɔ.lɔ.la.ˈtɾi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ειδωλολατρία θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. η λατρεία των ειδώλων, των ψεύτικων θεών
    ...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]