ειρήνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ειρήνη < αρχαία ελληνική εἰρήνη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ειρήνη θηλυκό
- περίοδος απουσίας ενόπλων συράξεων
- (συνεκδοχικά) τερματισμός μιας βίαιης σύγκρουσης
- (μεταφορικά) μη βίαιος τρόπο ζωής
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
ειρήνη
|
|