ειρκτή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ειρκτή ειρκτές
γενική ειρκτής ειρκτών
αιτιατική ειρκτή ειρκτές
κλητική ειρκτή ειρκτές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ειρκτή < αρχαία ελληνική εἱρκτή < εἵργω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ειρκτή θηλυκό

  1. βαριά καταδίκη σε φυλάκιση για κακούργημα· προηγούμενη ονομασία της κάθειρξης (στη νομική ορολογία)
  2. η φυλακή όπου εκτίεται αυτή η ποινή

32πχ Μεταφράσεις[]