ειρωνεία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ειρωνεία ειρωνείες
γενική ειρωνείας ειρωνειών
αιτιατική ειρωνεία ειρωνείες
κλητική ειρωνεία ειρωνείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ειρωνεία < αρχαία ελληνική εἰρωνεία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ειρωνεία θηλυκό

  1. λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί
  2. (στο έπος και την τραγωδία) η κατάσταση κατά την οποία ο ήρωας αγνοεί ουσιώδη ζητήματα που τον ενδιαφέρουν ή έχει εσφαλμένη αντίληψη γι' αυτά, ενώ ο αναγνώστης ή ο θεατής γνωρίζει την αλήθεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]