ειρωνικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ειρωνικός ειρωνική ειρωνικό
γενική ειρωνικού ειρωνικής ειρωνικού
αιτιατική ειρωνικό ειρωνική ειρωνικό
κλητική ειρωνικέ ειρωνική ειρωνικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ειρωνικοί ειρωνικές ειρωνικά
γενική ειρωνικών ειρωνικών ειρωνικών
αιτιατική ειρωνικούς ειρωνικές ειρωνικά
κλητική ειρωνικοί ειρωνικές ειρωνικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ειρωνικός < αρχαία ελληνική εἰρωνικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ɾɔ.ni.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ɾɔ.ni.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ɾɔ.ni.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

ειρωνικός -ή -ό

  1. που περιέχει ειρωνεία, που κοροϊδεύει υπαινικτικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις
  2. που χρησιμοποιεί την ειρωνεία
  3. (ειδικότερα) που δείχνει να αποστασιοποιείται, ως λογοτεχνικός δημιουργός, από τους ήρωες του έργου ή κι από το ίδιο το έργο

32πχ Μεταφράσεις[]